Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπαθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωπαπου έχει έντονα αρνητικά συναισθήματα, εχθρότητα, εναντίον κάποιου Βικιλεξικό
  2. για πράξειςπου δηλώνει έντονη εχθρότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμπαθής < αρχαία ελληνική ἐμπαθής < εμ- + -παθής < πάθος < πάσχω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική passionnel)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπαθήςεμπαθήςεμπαθές
Γενικήεμπαθούςεμπαθούςεμπαθούς
Αιτιατικήεμπαθήεμπαθήεμπαθές
Κλητικήεμπαθή / εμπαθήςεμπαθήςεμπαθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπαθείςεμπαθείςεμπαθή
Γενικήεμπαθώνεμπαθώνεμπαθών
Αιτιατικήεμπαθείςεμπαθείςεμπαθή
Κλητικήεμπαθείςεμπαθείςεμπαθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →