εμπειρικός
•
- που προκύπτει από την εμπειρία Βικιλεξικό
- εμπειρική γνώση
- που εξασκεί μία τέχνη ή επάγγελμα βασιζόμενος στην εμπειρία και όχι σε επιστημονική γνώση Βικιλεξικό
- εμπειρικός γιατρός
Ετυμολογία
εμπειρικός < αρχαία ελληνικήἐμπειρικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπειρικός | εμπειρική | εμπειρικό |
| Γενική | εμπειρικού | εμπειρικής | εμπειρικού |
| Αιτιατική | εμπειρικό | εμπειρική | εμπειρικό |
| Κλητική | εμπειρικέ | εμπειρική | εμπειρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπειρικοί | εμπειρικές | εμπειρικά |
| Γενική | εμπειρικών | εμπειρικών | εμπειρικών |
| Αιτιατική | εμπειρικούς | εμπειρικές | εμπειρικά |
| Κλητική | εμπειρικοί | εμπειρικές | εμπειρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →