εμπειροτεχνία
•
- το να είναι κάποιος εμπειροτέχνης, η ιδιότητα ή η ικανότητα του εμπειροτέχνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπειροτεχνία < εμπειροτέχνης + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπειροτεχνία | εμπειροτεχνίες |
| Γενική | εμπειροτεχνίας | εμπειροτεχνιών |
| Αιτιατική | εμπειροτεχνία | εμπειροτεχνίες |
| Κλητική | εμπειροτεχνία | εμπειροτεχνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →