εμπεριστατωμένος
•
- που εξετάστηκε ή έγινε με μεγάλη προσοχή και επισταμένως Βικιλεξικό
- εμπεριστατωμένη μελέτη
Ετυμολογία
εμπεριστατωμένος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐμπεριστατωμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου για το ρήμα στην ελληνιστική κοινή ἐμπεριστατέω / ἐμπεριστατῶ < ἐμπερίστατος < (ἐν) ἐμ- + περι- + στατός (ἵστημι) μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική umständlich (πολύ λεπτομερής) σε αντιστοιχία με το ρήμα περιστατοῦμαι (περιβάλλομαι από πλήθος).
Άλλοι τύποι
εμπεριστατωμέναεμπεριστατωμένεεμπεριστατωμένεςεμπεριστατωμένηεμπεριστατωμένηςεμπεριστατωμένοεμπεριστατωμένοιεμπεριστατωμένοςεμπεριστατωμένουεμπεριστατωμένουςεμπεριστατωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →