Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπηκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου μπήγεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμπηκτικός < αρχαία ελληνική ἐμπήκτης + -ικός < πήγνυμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπηκτικόςεμπηκτικήεμπηκτικό
Γενικήεμπηκτικούεμπηκτικήςεμπηκτικού
Αιτιατικήεμπηκτικόεμπηκτικήεμπηκτικό
Κλητικήεμπηκτικέεμπηκτικήεμπηκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπηκτικοίεμπηκτικέςεμπηκτικά
Γενικήεμπηκτικώνεμπηκτικώνεμπηκτικών
Αιτιατικήεμπηκτικούςεμπηκτικέςεμπηκτικά
Κλητικήεμπηκτικοίεμπηκτικέςεμπηκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →