εμπλουτίζω
•
- αυξάνω την περιεκτικότητα σε κάτι Βικιλεξικό
- εμπλουτίζω ουράνιο
- εμπλουτίζω το λεξιλόγιο
Ετυμολογία
εμπλουτίζω < εν + πλουτίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμπλουτίζω | εμπλουτίζεις | εμπλουτίζει | εμπλουτίζουμε | εμπλουτίζετε | εμπλουτίζουν / εμπλουτίζουνε |
| Παρατατικός | εμπλούτιζα | εμπλούτιζες | εμπλούτιζε | εμπλουτίζαμε | εμπλουτίζατε | εμπλουτίζαν / εμπλουτίζανε / εμπλούτιζαν |
| Αόριστος | εμπλούτισα | εμπλούτισες | εμπλούτισε | εμπλουτίσαμε | εμπλουτίσατε | εμπλουτίσαν / εμπλουτίσανε / εμπλούτισαν |
| Μέλλοντας | θα εμπλουτίζω / θα εμπλουτίσω | θα εμπλουτίζεις / θα εμπλουτίσεις | θα εμπλουτίζει / θα εμπλουτίσει | θα εμπλουτίζουμε / θα εμπλουτίσουμε | θα εμπλουτίζετε / θα εμπλουτίσετε | θα εμπλουτίζουν / θα εμπλουτίζουνε / θα εμπλουτίσουν / θα εμπλουτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εμπλουτίσει | έχεις εμπλουτίσει | έχει εμπλουτίσει | έχουμε εμπλουτίσει | έχετε εμπλουτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμπλουτίσει | είχες εμπλουτίσει | είχε εμπλουτίσει | είχαμε εμπλουτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμπλουτίσει / να εμπλουτίζω / να εμπλουτίσω | να έχεις εμπλουτίσει / να εμπλουτίζεις / να εμπλουτίσεις | να έχει εμπλουτίσει / να εμπλουτίζει / να εμπλουτίσει | να έχουμε εμπλουτίσει / να εμπλουτίζουμε / να εμπλουτίσουμε | να έχετε εμπλουτίσει / να εμπλουτίζετε / να εμπλουτίσετε | να εμπλουτίζουν / να εμπλουτίζουνε / να εμπλουτίσουν / να εμπλουτίσουνε |
| Προστακτική | — | εμπλούτιζε / εμπλούτισε | — | — | εμπλουτίζετε / εμπλουτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →