εμπορείο
•
- τόπος εμπορίου και εμπορικών συναλλαγών (ενίοτε σε λιμάνι) Βικιλεξικό
- Να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά, και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους, και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά (Κωνσταντίνος Καβάφης, Ιθάκη)
Ετυμολογία
εμπορείο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμπορεῖον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπορείο | εμπορεία |
| Γενική | εμπορείου | εμπορείων |
| Αιτιατική | εμπορείο | εμπορεία |
| Κλητική | εμπορείο | εμπορεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →