εμπορευματοποιούμαι
•
- με μετατρέπουν σε εμπόρευμα ενω είμαι αγαθό, ή πάντως ενώ δεν είμαι αντικείμενο προς εκμετάλλευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπορευματοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος εμπορευματοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμπορευματοποιούμαι | εμπορευματοποιείσαι | εμπορευματοποιείται | εμπορευματοποιούμαστε | εμπορευματοποιείστε | εμπορευματοποιούνται |
| Παρατατικός | εμπορευματοποιούμουν | εμπορευματοποιούσουν | εμπορευματοποιούνταν | εμπορευματοποιούμασταν / εμπορευματοποιούμαστε | εμπορευματοποιούσασταν / εμπορευματοποιούσαστε | εμπορευματοποιούνταν |
| Αόριστος | εμπορευματοποιήθηκα | εμπορευματοποιήθηκες | εμπορευματοποιήθηκε | εμπορευματοποιηθήκαμε | εμπορευματοποιηθήκατε | εμπορευματοποιήθηκαν / εμπορευματοποιηθήκαν / εμπορευματοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα εμπορευματοποιηθώ / θα εμπορευματοποιούμαι | θα εμπορευματοποιείσαι / θα εμπορευματοποιηθείς | θα εμπορευματοποιείται / θα εμπορευματοποιηθεί | θα εμπορευματοποιηθούμε / θα εμπορευματοποιούμαστε | θα εμπορευματοποιείστε / θα εμπορευματοποιηθείτε | θα εμπορευματοποιηθούν / θα εμπορευματοποιηθούνε / θα εμπορευματοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω εμπορευματοποιηθεί | έχεις εμπορευματοποιηθεί | έχει εμπορευματοποιηθεί | έχουμε εμπορευματοποιηθεί | έχετε εμπορευματοποιηθεί | έχουν εμπορευματοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμπορευματοποιηθεί | είχες εμπορευματοποιηθεί | είχε εμπορευματοποιηθεί | είχαμε εμπορευματοποιηθεί | είχατε εμπορευματοποιηθεί | είχαν εμπορευματοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω εμπορευματοποιηθεί / να εμπορευματοποιηθώ / να εμπορευματοποιούμαι | να έχεις εμπορευματοποιηθεί / να εμπορευματοποιείσαι / να εμπορευματοποιηθείς | να έχει εμπορευματοποιηθεί / να εμπορευματοποιείται / να εμπορευματοποιηθεί | να έχουμε εμπορευματοποιηθεί / να εμπορευματοποιηθούμε / να εμπορευματοποιούμαστε | να έχετε εμπορευματοποιηθεί / να εμπορευματοποιείστε / να εμπορευματοποιηθείτε | να έχουν εμπορευματοποιηθεί / να εμπορευματοποιηθούν / να εμπορευματοποιηθούνε / να εμπορευματοποιούνται |
| Προστακτική | — | εμπορευματοποιήσου | — | — | εμπορευματοποιείστε / εμπορευματοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →