Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπορεύσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί κανείς να τον πουλήσει γιατί υπάρχει η δυνατότητα να πουληθεί Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου μπορεί εύκολα να πουληθεί Βικιλεξικό
    • αυτές οι καρέκλες που φτιάχνεις δεν είναι εμπορεύσιμες

Ετυμολογία

εμπορεύσιμος < εμπορεύομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπορεύσιμοςεμπορεύσιμηεμπορεύσιμο
Γενικήεμπορεύσιμουεμπορεύσιμηςεμπορεύσιμου
Αιτιατικήεμπορεύσιμοεμπορεύσιμηεμπορεύσιμο
Κλητικήεμπορεύσιμεεμπορεύσιμηεμπορεύσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπορεύσιμοιεμπορεύσιμεςεμπορεύσιμα
Γενικήεμπορεύσιμωνεμπορεύσιμωνεμπορεύσιμων
Αιτιατικήεμπορεύσιμουςεμπορεύσιμεςεμπορεύσιμα
Κλητικήεμπορεύσιμοιεμπορεύσιμεςεμπορεύσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →