εμπορικός
•
- που είναι σχετικός με το εμπόριο ή τους εμπόρους Βικιλεξικό
- κακόσημογια προϊόν, υλικό ή πνευματικό, που έχει μεγάλη ζήτηση αλλά η ποιότητά του είναι αμφισβητήσιμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπορικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμπορικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική commercial, marchand. Μορφολογικά, έμπορ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπορικός | εμπορική | εμπορικό |
| Γενική | εμπορικού | εμπορικής | εμπορικού |
| Αιτιατική | εμπορικό | εμπορική | εμπορικό |
| Κλητική | εμπορικέ | εμπορική | εμπορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπορικοί | εμπορικές | εμπορικά |
| Γενική | εμπορικών | εμπορικών | εμπορικών |
| Αιτιατική | εμπορικούς | εμπορικές | εμπορικά |
| Κλητική | εμπορικοί | εμπορικές | εμπορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →