Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι σχετικός με το εμπόριο ή τους εμπόρους Βικιλεξικό
  2. κακόσημογια προϊόν, υλικό ή πνευματικό, που έχει μεγάλη ζήτηση αλλά η ποιότητά του είναι αμφισβητήσιμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμπορικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμπορικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική commercial, marchand. Μορφολογικά, έμπορ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπορικόςεμπορικήεμπορικό
Γενικήεμπορικούεμπορικήςεμπορικού
Αιτιατικήεμπορικόεμπορικήεμπορικό
Κλητικήεμπορικέεμπορικήεμπορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπορικοίεμπορικέςεμπορικά
Γενικήεμπορικώνεμπορικώνεμπορικών
Αιτιατικήεμπορικούςεμπορικέςεμπορικά
Κλητικήεμπορικοίεμπορικέςεμπορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →