εμποτισμός
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμποτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμποτισμός < εμποτισ- (εμποτίζω) + -μός < (εν-) εμ- + ποτίζω < αρχαία ελληνική ποτίζω < πότος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₃- (πίνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμποτισμός | εμποτισμοί |
| Γενική | εμποτισμού | εμποτισμών |
| Αιτιατική | εμποτισμό | εμποτισμούς |
| Κλητική | εμποτισμέ | εμποτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →