Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπρηστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποσκοπεί στο να προκαλέσει πυρκαγιά Βικιλεξικό
    • εμπρηστικός μηχανισμός
  2. που επιδεινώνει και οξύνει μια εκρηκτική κατάσταση Βικιλεξικό
    • εμπρηστικές δηλώσεις

Ετυμολογία

εμπρηστικός < εμπρηστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπρηστικόςεμπρηστική / εμπρηστικἠεμπρηστικό
Γενικήεμπρηστικούεμπρηστικήςεμπρηστικού
Αιτιατικήεμπρηστικόεμπρηστικήεμπρηστικό
Κλητικήεμπρηστικέεμπρηστικήεμπρηστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπρηστικοίεμπρηστικέςεμπρηστικά
Γενικήεμπρηστικώνεμπρηστικώνεμπρηστικών
Αιτιατικήεμπρηστικούςεμπρηστικέςεμπρηστικά
Κλητικήεμπρηστικοίεμπρηστικέςεμπρηστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →