Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπροσθοβαρής

/em.bɾo.sθo.vaˈɾis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει το βάρος μπροστά Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςπου ολοκληρώνεται ή εκπληρώνεται (τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος του) στο πρώτο μέρος ενός χρονικού διαστήματος Βικιλεξικό
    • Οι δανειστές απαιτούν μία εμπροσθοβαρή, αξιόπιστη και πλήρως καταγεγραμμένη διαδικασία μεταρρυθμίσεων, η οποία θα σχετίζεται με απαραίτητους στόχους δημοσιονομικής πολιτικής.
    • Η αξιοποίηση της επένδυσης από τη «λάμδα αναπτυξιακή» αναμένεται να έχει μια εμπροσθοβαρή θετική επίπτωση στην καταπολέμηση της ανεργίας και στην αναζωπύρωση του κατασκευαστικού τομέα.

Ετυμολογία

εμπροσθοβαρής < έμπροσθ(εν) + -ο- + βάρ(ος) + -ής (1. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική nose-heavy· 2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική front-loaded)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπροσθοβαρήςεμπροσθοβαρήςεμπροσθοβαρές
Γενικήεμπροσθοβαρούςεμπροσθοβαρούςεμπροσθοβαρούς
Αιτιατικήεμπροσθοβαρήεμπροσθοβαρήεμπροσθοβαρές
Κλητικήεμπροσθοβαρή / εμπροσθοβαρήςεμπροσθοβαρήςεμπροσθοβαρές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπροσθοβαρείςεμπροσθοβαρείςεμπροσθοβαρή
Γενικήεμπροσθοβαρώνεμπροσθοβαρώνεμπροσθοβαρών
Αιτιατικήεμπροσθοβαρείςεμπροσθοβαρείςεμπροσθοβαρή
Κλητικήεμπροσθοβαρείςεμπροσθοβαρείςεμπροσθοβαρή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →