εμπροσθογεμής
•
- για όπλοπου γεμίζεται από μπροστά, από το άνοιγμα που εκτοξεύονται τα βλήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπροσθογεμής < ἐμπροσθογεμές στην καθαρεύουσα < ἔμπροσθεν + γέμω < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Vorderlader
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπροσθογεμής | εμπροσθογεμής | εμπροσθογεμές |
| Γενική | εμπροσθογεμούς | εμπροσθογεμούς | εμπροσθογεμούς |
| Αιτιατική | εμπροσθογεμή | εμπροσθογεμή | εμπροσθογεμές |
| Κλητική | εμπροσθογεμή / εμπροσθογεμής | εμπροσθογεμής | εμπροσθογεμές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπροσθογεμείς | εμπροσθογεμείς | εμπροσθογεμή |
| Γενική | εμπροσθογεμών | εμπροσθογεμών | εμπροσθογεμών |
| Αιτιατική | εμπροσθογεμείς | εμπροσθογεμείς | εμπροσθογεμή |
| Κλητική | εμπροσθογεμείς | εμπροσθογεμείς | εμπροσθογεμή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →