εμπρόθετος
•
- γραμματικήπου συντάσσεται με πρόθεση Βικιλεξικό
- ≤ συνυπώνυμα: έναρθρος
- λόγιοπου ξεκινάει, γίνεται σκόπιμα με πρόθεση, με κάποια επιδίωξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπρόθετος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐμπρόθετος, λόγιος σχηματισμός κατά το μεσαιωνικό επίθετο ἐμπρόθετος αλλά με άλλη σημασία < εμ- + πρόθε(σις) + -τος. Παραβάλετε έναρθρος για τον σχηματισμό.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπρόθετος | εμπρόθετη | εμπρόθετο |
| Γενική | εμπρόθετου | εμπρόθετης | εμπρόθετου |
| Αιτιατική | εμπρόθετο | εμπρόθετη | εμπρόθετο |
| Κλητική | εμπρόθετε | εμπρόθετη | εμπρόθετο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπρόθετοι | εμπρόθετες | εμπρόθετα |
| Γενική | εμπρόθετων | εμπρόθετων | εμπρόθετων |
| Αιτιατική | εμπρόθετους | εμπρόθετες | εμπρόθετα |
| Κλητική | εμπρόθετοι | εμπρόθετες | εμπρόθετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →