Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπρόθετος

/emˈbɾo.θe.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήπου συντάσσεται με πρόθεση Βικιλεξικό
    • ≤ συνυπώνυμα: έναρθρος
  2. λόγιοπου ξεκινάει, γίνεται σκόπιμα με πρόθεση, με κάποια επιδίωξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμπρόθετος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐμπρόθετος, λόγιος σχηματισμός κατά το μεσαιωνικό επίθετο ἐμπρόθετος αλλά με άλλη σημασία < εμ- + πρόθε(σις) + -τος. Παραβάλετε έναρθρος για τον σχηματισμό.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπρόθετοςεμπρόθετηεμπρόθετο
Γενικήεμπρόθετουεμπρόθετηςεμπρόθετου
Αιτιατικήεμπρόθετοεμπρόθετηεμπρόθετο
Κλητικήεμπρόθετεεμπρόθετηεμπρόθετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπρόθετοιεμπρόθετεςεμπρόθετα
Γενικήεμπρόθετωνεμπρόθετωνεμπρόθετων
Αιτιατικήεμπρόθετουςεμπρόθετεςεμπρόθετα
Κλητικήεμπρόθετοιεμπρόθετεςεμπρόθετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →