εμπτυσμός
•
- λόγιοφτύσιμο ως ένδειξη περιφρόνησης, αηδίας, έντονης αποστροφής Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδημόσιος εξευτελισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπτυσμός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐμπτυσμός < αρχαία ελληνική ἐμπτυσμός < ἐμπτύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπτυσμός | εμπτυσμοί |
| Γενική | εμπτυσμού | εμπτυσμών |
| Αιτιατική | εμπτυσμό | εμπτυσμούς |
| Κλητική | εμπτυσμέ | εμπτυσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →