Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπτυσμός

/em.ptiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοφτύσιμο ως ένδειξη περιφρόνησης, αηδίας, έντονης αποστροφής Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηδημόσιος εξευτελισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμπτυσμός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐμπτυσμός < αρχαία ελληνική ἐμπτυσμός < ἐμπτύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεμπτυσμόςεμπτυσμοί
Γενικήεμπτυσμούεμπτυσμών
Αιτιατικήεμπτυσμόεμπτυσμούς
Κλητικήεμπτυσμέεμπτυσμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →