εμπυούμαι
•
- λόγιογίνομαι πύον ή σχηματίζω πύον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπυούμαι < αρχαία ελληνική ἐμπυέω / ἐμπυῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εμπυούμαι < αρχαία ελληνική ἐμπυέω / ἐμπυῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →