εμπύημα
•
- ιατρικήσυγκέντρωση ποσότητας πύου σε σημεία του σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπύημα < αρχαία ελληνική ἐμπύημα < πύη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπύημα | εμπυήματα |
| Γενική | εμπυήματος | εμπυημάτων |
| Αιτιατική | εμπύημα | εμπυήματα |
| Κλητική | εμπύημα | εμπυήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →