εμπύρωση
•
- αρχαιοπρεπέςθέρμανση, θερμότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπύρωση < αρχαία ελληνική ἐμπῠ́ρωσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπύρωση | εμπυρώσεις |
| Γενική | εμπύρωσης | εμπυρώσεων |
| Αιτιατική | εμπύρωση | εμπυρώσεις |
| Κλητική | εμπύρωση | εμπυρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →