εμφαίνω
•
- λόγιοφανερώνω κάτι, δείχνω, παρουσιάζω, δηλώνω Βικιλεξικό
- σπάνιοδίνω έμφαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφαίνω < αρχαία ελληνική ἐμφαίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εμφαίνω < αρχαία ελληνική ἐμφαίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →