Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμφανισιακά

/eɱ.fa.ni.si.aˈka/επίρρημα
•
  1. ως προς την εμφάνιση, όπως φαίνεται εξωτερικά Βικιλεξικό
    • Μπορεί εμφανισιακά να είναι σε άριστη κατάσταση όμως του λείπουν κάποιες λειτουργίες που θα τις δεις μόνο αν το βάλεις σε λειτουργία.

Ετυμολογία

εμφανισιακά < εμφανισιακ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →