εμφαντικά
•
- με εμφαντικό τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφαντικά < εμφαντικός + -ά < ελληνιστική κοινή ἐμφαντικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εμφαντικά < εμφαντικός + -ά < ελληνιστική κοινή ἐμφαντικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →