εμφατικός
•
- που υπογραμμίζει, που εκφράζει με έμφαση ένα μέρος μιας πρότασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφατικός < αρχαία ελληνική ἐμφατικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφατικός | εμφατική | εμφατικό |
| Γενική | εμφατικού | εμφατικής | εμφατικού |
| Αιτιατική | εμφατικό | εμφατική | εμφατικό |
| Κλητική | εμφατικέ | εμφατική | εμφατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφατικοί | εμφατικές | εμφατικά |
| Γενική | εμφατικών | εμφατικών | εμφατικών |
| Αιτιατική | εμφατικούς | εμφατικές | εμφατικά |
| Κλητική | εμφατικοί | εμφατικές | εμφατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →