εμφιλοχωρώ
•
- λόγιοαγαπώ να μένω, να διαμένω, να φοιτώ, να κατοικώ κάπου Βικιλεξικό
- λόγιοεισχωρώ, εισδύω, εισέρχομαι, εμφανίζομαι Βικιλεξικό
- Στόχος είναι να γίνει αντιληπτό στα πλαίσια του Κριτικού Γραμματισμού από τους μαθητές / τριες της Γ΄τάξης του γενικού λυκείου ότι ο ρατσισμός εμφιλοχωρεί ακόμη και σε επιλεγμένα κείμενα σχολικών εγχειριδίων. (Βιργινία Καψή, Διδακτικές προτάσεις στα δίκτυα κειμένων της Νεοελληνικής Γλώσσας της Γ' τάξης Λυκείου στα πλαίσια του κριτικού γραμματισμού, MSc thesis, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, Ι31/7/2021 https://apothesis.eap.gr/archive/item/72602)
- Οι υπαρκτές, με αυτή την έννοια, πολιτικές διακρίσεις εκ μέρους της διοίκησης είτε εμφιλοχωρούν στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας είτε κρύβονται πίσω από αναληθή αιτιολογία πράξεων, τυγχάνουν πάντως δικαστικά ελέγξιμες, ενώ άλλοτε ούτε αυτό ήταν δεδομένο. (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003: από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΛΕΔΑ), εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 177)
Ετυμολογία
εμφιλοχωρώ < ελληνιστική κοινή ἐμφιλοχωρέω / ἐμφιλοχωρῶ < ἐμ- + αρχαία ελληνική φιλοχωρέω / φιλοχωρῶ < φίλος + χῶρος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →