εμφραγματικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με έμφραγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφραγματικός < έμφραγμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφραγματικός | εμφραγματική | εμφραγματικό |
| Γενική | εμφραγματικού | εμφραγματικής | εμφραγματικού |
| Αιτιατική | εμφραγματικό | εμφραγματική | εμφραγματικό |
| Κλητική | εμφραγματικέ | εμφραγματική | εμφραγματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφραγματικοί | εμφραγματικές | εμφραγματικά |
| Γενική | εμφραγματικών | εμφραγματικών | εμφραγματικών |
| Αιτιατική | εμφραγματικούς | εμφραγματικές | εμφραγματικά |
| Κλητική | εμφραγματικοί | εμφραγματικές | εμφραγματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →