Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμφραγματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με έμφραγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμφραγματικός < έμφραγμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφραγματικόςεμφραγματικήεμφραγματικό
Γενικήεμφραγματικούεμφραγματικήςεμφραγματικού
Αιτιατικήεμφραγματικόεμφραγματικήεμφραγματικό
Κλητικήεμφραγματικέεμφραγματικήεμφραγματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφραγματικοίεμφραγματικέςεμφραγματικά
Γενικήεμφραγματικώνεμφραγματικώνεμφραγματικών
Αιτιατικήεμφραγματικούςεμφραγματικέςεμφραγματικά
Κλητικήεμφραγματικοίεμφραγματικέςεμφραγματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →