Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμφρακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με έμφραξη ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμφρακτικός < αρχαία ελληνική ἐμφρακτικός < ἐμφράσσω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφρακτικόςεμφρακτικήεμφρακτικό
Γενικήεμφρακτικούεμφρακτικήςεμφρακτικού
Αιτιατικήεμφρακτικόεμφρακτικήεμφρακτικό
Κλητικήεμφρακτικέεμφρακτικήεμφρακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφρακτικοίεμφρακτικέςεμφρακτικά
Γενικήεμφρακτικώνεμφρακτικώνεμφρακτικών
Αιτιατικήεμφρακτικούςεμφρακτικέςεμφρακτικά
Κλητικήεμφρακτικοίεμφρακτικέςεμφρακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →