Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμφυλιοπολεμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με εμφύλιο πόλεμο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσχετικός με δυναμική εσωτερική αντιπαράθεση, σε κοινωνική ομάδα, πολιτικό κόμμα, συνασπισμό, ομοσπονδία κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμφυλιοπολεμικός < εμφύλιος + πολεμικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφυλιοπολεμικόςεμφυλιοπολεμικήεμφυλιοπολεμικό
Γενικήεμφυλιοπολεμικούεμφυλιοπολεμικήςεμφυλιοπολεμικού
Αιτιατικήεμφυλιοπολεμικόεμφυλιοπολεμικήεμφυλιοπολεμικό
Κλητικήεμφυλιοπολεμικέεμφυλιοπολεμικήεμφυλιοπολεμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφυλιοπολεμικοίεμφυλιοπολεμικέςεμφυλιοπολεμικά
Γενικήεμφυλιοπολεμικώνεμφυλιοπολεμικώνεμφυλιοπολεμικών
Αιτιατικήεμφυλιοπολεμικούςεμφυλιοπολεμικέςεμφυλιοπολεμικά
Κλητικήεμφυλιοπολεμικοίεμφυλιοπολεμικέςεμφυλιοπολεμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →