εμφυλιοπολεμικός
•
- ο σχετικός με εμφύλιο πόλεμο Βικιλεξικό
- μεταφορικάσχετικός με δυναμική εσωτερική αντιπαράθεση, σε κοινωνική ομάδα, πολιτικό κόμμα, συνασπισμό, ομοσπονδία κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφυλιοπολεμικός < εμφύλιος + πολεμικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφυλιοπολεμικός | εμφυλιοπολεμική | εμφυλιοπολεμικό |
| Γενική | εμφυλιοπολεμικού | εμφυλιοπολεμικής | εμφυλιοπολεμικού |
| Αιτιατική | εμφυλιοπολεμικό | εμφυλιοπολεμική | εμφυλιοπολεμικό |
| Κλητική | εμφυλιοπολεμικέ | εμφυλιοπολεμική | εμφυλιοπολεμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφυλιοπολεμικοί | εμφυλιοπολεμικές | εμφυλιοπολεμικά |
| Γενική | εμφυλιοπολεμικών | εμφυλιοπολεμικών | εμφυλιοπολεμικών |
| Αιτιατική | εμφυλιοπολεμικούς | εμφυλιοπολεμικές | εμφυλιοπολεμικά |
| Κλητική | εμφυλιοπολεμικοί | εμφυλιοπολεμικές | εμφυλιοπολεμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →