Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμφωλεύω

ρήμα
•
  1. μεταφορικάφωλιάζω, υπάρχω χωρίς να εκδηλώνομαι, υποκρύπτομαι Βικιλεξικό
    • 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής φιλόσοφος/Μέρος Γ'
    • Το ενδεχόμενο τρομοκρατικών ενεργειών σε αμερικανικό έδαφος εμφωλεύει στο υποσυνείδητο της κοινής γνώμης. (εφ. Το Βήμα, 24/11/2008)

Ετυμολογία

εμφωλεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμφωλεύω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →