Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμφύλιος

/eɱˈfi.li.os/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο εμφύλιος πόλεμος Βικιλεξικό
    • Ο εμφύλιος την ανάγκασε να παρατήσει ξανά την επιστήμη. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)

Ετυμολογία

εμφύλιος < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου εμφύλιος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εμφύλιος

/eɱˈfi.li.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για συγκρούσειςπου γίνεται ανάμεσα σε ανθρώπους που ανήκουν στο ίδιο έθνος, φυλή ή γενικότερα στο ίδιο οργανωμένο σύνολο Βικιλεξικό
    • εμφύλιος πόλεμος, εμφύλια διαμάχη, εμφύλια σύρραξη

Ετυμολογία

εμφύλιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμφύλιος. Συγχρονικά αναλύεται σε εμ- + φύλ(ο) + -ιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφύλιοςεμφύλιαεμφύλιο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →