Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμφύτευμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιατρικήτεχνητό ή φυσικό υλικό το οποίο προορίζεται ή έχει ήδη τοποθετηθεί σε ένζωο οργανισμό, με χειρουργική επέμβαση Βικιλεξικό
    • Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14773)

Ετυμολογία

εμφύτευμα < εμφυτεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεμφύτευμαεμφυτεύματα
Γενικήεμφυτεύματοςεμφυτευμάτων
Αιτιατικήεμφύτευμαεμφυτεύματα
Κλητικήεμφύτευμαεμφυτεύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →