εμφύτως
•
- παρωχημένοέμφυτα, με έμφυτο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφύτως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμφύτως < αρχαία ελληνική ἔμφυτος. Συγχρονικά αναλύεται σε έμφυτ(ος) + -ως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →