Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμψυχωτής

/em.psi.xoˈtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που εμψυχώνει, που δίνει θάρρος Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςεπαγγελματίας που εμψυχώνει και ευαισθητοποιεί ανθρώπους ή ομάδες ώστε να πετύχουν ένα στόχο που έχουν βάλει. Ιδιαίτερα σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Βικιλεξικό
  3. νεολογισμόςοργανώνει δραστηριότητες σε πάρτι / κοινωνικές εκδηλώσεις, ιδιαίτερα για παιδιά Βικιλεξικό
    • Στις Hνωμένες Πολιτείες εργάζομαι ως σεναριογράφος / εμψυχωτής εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων σε παιδικό μουσείο (Σοφία Μαντουβάλου, Το φάντασμα του μαυροπίνακα, εκδ. Πατάκη, 2016 https://books.google.gr/books?id=2BYDDAAAQBAJ&lpg=PT127&dq=%CE%B5%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82&pg=PT127#v=onepage&q=%CE%B5%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82&f=false)

Ετυμολογία

εμψυχωτής < εμψυχώ(νω) + -τής :* για τη σημασία «επαγγελματίας που εμψυχώνει» < → λείπει η ετυμολογία :* για τον «επαγγελματία που οργανώνει πάρτι» < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεμψυχωτήςεμψυχωτές
Γενικήεμψυχωτήεμψυχωτών
Αιτιατικήεμψυχωτήεμψυχωτές
Κλητικήεμψυχωτήεμψυχωτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →