εμότικον
•
- προφορικόσυμβατικό γραφικό σύμβολο —είτε ως συνδυασμός χαρακτήρων είτε ως μικρό εικονίδιο— που χρησιμοποιείται στην ψηφιακή επικοινωνία, για να αποδώσει συνοπτικά συναίσθημα, στάση ή υπαινιγμό του γράφοντος Βικιλεξικό
- Ορισμένα εμότικον είναι: 🙂 ή :-) (ευχάριστη διάθεση, απλό χαμόγελο), 🙁 ή :-( (λύπη, απογοήτευση), 😀 ή :D (έντονη χαρά, γέλιο) κ.λπ.
- Δύο φίλες της από το ωδείο τής είχαν στείλει μηνύματα από το μεσημέρι, αγωνιώντας να μάθουν πώς είχε πάει στη συμμετοχή της στον πρώτο γύρο του διαγωνισμού. Πρόκριση;!!! είχε γράψει η μια, προσθέτοντας εμότικον και χειροκροτήματα. (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, Εκδόσεις Ίκαρος, 2024)
- Για να μάθει το πρόσωπο, άρα και όλη η οικουμένη, τα σχετικά σας. Πως κάποιος νοιάζεται τα Φοιβάκια, όχι σαν τώρα με τον τοίχο τον ονλάιν, μα αφού σου το 'πα βρε κουτό. Που δεν σου το 'πα, αλλά σου το έστειλα καρδιά στο ταϊμλάιν. Εμότικον και κλάιν μάιν. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Ετυμολογία
εμότικον < αγγλική emoticon < emotion + icon
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →