εν αμύνη
•
- λόγιοσε άμυνα, σε κατάσταση άμυνας Βικιλεξικό
- έκανε χρήση όπλου τελώντας εν αμύνη
Ετυμολογία
εν αμύνη < (καθαρεύουσα) ἐν ἀμύνῃ (δοτική ενικού του ἄμυνα) → δείτε τις λέξεις εν και άμυνα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →