εν αποστρατεία
•
- στρατιωτικός όροςσε αποστρατεία, απόστρατος Βικιλεξικό
- συνταγματάρχης εν αποστρατεία,
Ετυμολογία
εν αποστρατεία < (καθαρεύουσα) ἐν ἀποστρατείᾳ (δοτική του ἀποστρατεία) → δείτε τις λέξεις εν και αποστρατεία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →