εν είπεν με τσούρρου με μούρρου
•
- δε μίλησε, έμεινε ασύντυχος Βικιλεξικό
- δε διαμαρτυρήθηκε, δεν πήγε κόντρα σε αυτά που είπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εν είπεν με τσούρρου με μούρρου < → δείτε τις λέξεις εν, είπε, με και τσούρρου μούρρου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →