εν ειρήνη
•
- λόγιοσε περίοδο ειρήνης Βικιλεξικό
- λόγιοειρηνικά, γαλήνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εν ειρήνη < (καθαρεύουσα) ἐν εἰρήνῃ (δοτική ενικού του εἰρήνη) → δείτε τις λέξεις εν και ειρήνη • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →