εν θερμώ
•
- σε θερμή κατάσταση, υπό θερμοκρασία Βικιλεξικό
- (χημεία) χημική αντίδραση εν θερμώ
- νομικός όροςσε έξαψη, χωρίς αυτοσυγκράτηση, χωρίς ψυχραιμία Βικιλεξικό
- η άδικη απόφασή του λήφθηκε εν θερμώ
Ετυμολογία
εν θερμώ < (καθαρεύουσα) ἐν θερμῷ (δοτική ενικού του θερμός) → δείτε τις λέξεις εν και θερμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →