εν καταδύσει
•
- ναυτικός όροςκατά την κατάδυση Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςο πλους των υποβρυχίων κάτων από την επιφάνεια της θάλασσας Βικιλεξικό
- η ύπαρξη των πάγων παρά τους Πόλους, υποχρεώνει τα υποβρύχια να πλέουν εν καταδύσει
Ετυμολογία
εν καταδύσει < (καθαρεύουσα) ἐν καταδύσει (δοτική του κατάδυσις) → δείτε τις λέξεις εν και κατάδυση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →