εν μέρει
•
- λόγιοκατά ένα μόνο μέρος και όχι συνολικά, μερικώς, λίγο, λιγάκι, σε κάποιο μέρος, κατά κάποιον τρόπο Βικιλεξικό
- Δε συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, αλλά εν μέρει έχεις δίκιο.
Ετυμολογία
εν μέρει < (καθαρεύουσα) ἐν μέρει, ἐν & μέρει (δοτική ενικού του μέρος) < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική en part → δείτε τις λέξεις εν και μέρος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →