εν ριπή οφθαλμού
- κυριολεκτικάσε μία ματιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπάρα πολύ γρήγορα, σε ελάχιστο χρόνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εν ριπή οφθαλμού < (ελληνιστική κοινή) ἐν, ῥιπῇ (δοτική ενικού του ῥιπή) & ὀφθαλμοῦ (γενική ενικού του ὀφθαλμός) → δείτε τις λέξεις εν, ριπή και οφθαλμός. Η έκφραση προέρχεται από την Καινή Διαθήκη. : ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Καινή Διαθήκη, Παύλου τοῦ Ἀποστόλου ἡ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ πρώτη, 15.51-15.52 :: Πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι· :::Ὅλοι μὲν δὲν θὰ κοιμηθοῦμε (δὲν θὰ πεθάνωμε), ὅλοι ὅμως θὰ μεταμορφωθοῦμε, σὲ μιὰ στιγμή, σ᾽ ὅσο χρειάζεται ν᾿ ἀνοιγοχλείσῃ τὸ μάτι, ὅταν ἠχήσῃ ἡ τελευταία σάλπιγγα. :::Μετάφραση: Νικόλαος Σωτηρόπουλος, @archive.org
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →