εν σειρά
•
- λόγιοσε σειρά, σειραϊκά Βικιλεξικό
- συνδεσμολογία ηλεκτρικών αντιστάσεων εν σειρά
Ετυμολογία
εν σειρά < (καθαρεύουσα) ἐν σειρᾷ (δοτική ενικού του σειρά) → δείτε τις λέξεις εν και σειρά • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →