εν σώματι
•
- στο σώμα Βικιλεξικό
- νους υγιής εν σώματι υγιεί
- όλοι μαζί ως σύνολο Βικιλεξικό
- στη τελετή παρέστη εν σώματι όλο το υπουργικό συμβούλιο
Ετυμολογία
εν σώματι < αρχαία ελληνική) ἐν σώματι (δοτική ενικού του σῶμα) → δείτε τις λέξεις εν και σώμα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →