εν τούτω
•
- λόγιομε αυτό το μέσον, μέσω αυτού Βικιλεξικό
- εν τούτω νίκα (με αυτό να νικήσεις)
Ετυμολογία
εν τούτω < (καθαρεύουσα) < ἐν τούτῳ (δοτική ενικού του ουδέτερου τοῦτο) → δείτε τις λέξεις εν και τούτο • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →