εν όρμω
•
- ναυτικός όροςστη διάρκεια που το πλοίο είναι αγκυροβολημένο (λ.χ. σε λιμάνι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εν όρμω < (καθαρεύουσα) ἐν ὅρμῳ (δοτική ενικού του ὅρμος) → δείτε τις λέξεις εν, όρμος και όρμιση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →