ενάρετος
•
- που έχει ηθικές αρχές, αρετές και ζει σύμφωνα με αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενάρετος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐνάρετος εν- → δείτε το αρχαίο ελληνικό ἀρετή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενάρετος | ενάρετη | ενάρετο |
| Γενική | ενάρετου | ενάρετης | ενάρετου |
| Αιτιατική | ενάρετο | ενάρετη | ενάρετο |
| Κλητική | ενάρετε | ενάρετη | ενάρετο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενάρετοι | ενάρετες | ενάρετα |
| Γενική | ενάρετων | ενάρετων | ενάρετων |
| Αιτιατική | ενάρετους | ενάρετες | ενάρετα |
| Κλητική | ενάρετοι | ενάρετες | ενάρετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →