ενάσκηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενασκώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενάσκηση < ενασκώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενάσκηση | ενασκήσεις |
| Γενική | ενάσκησης | ενασκήσεων |
| Αιτιατική | ενάσκηση | ενασκήσεις |
| Κλητική | ενάσκηση | ενασκήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →