ενέχομαι
•
- νομικός όροςέχω μέρος της ευθύνης σε μια αξιόποινη πράξη, είμαι ένοχος για αυτήν Βικιλεξικό
- είμαι ανακατεμένος σε μια υπόθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενέχομαι < αρχαία ελληνική ἐνέχομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἐνέχω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →