ενέχυρο
•
- η υποθήκη, η εγγύηση, το αμανάτι Βικιλεξικό
- νομικός όροςπρόκειται για την ασφάλεια του δανειστή σε περίπτωση μη καταβολής χρέους από τη μεριά του δανειζόμενου και αφορά μόνο κίνητα πράγματα και δικαιώματα Βικιλεξικό
- έβαλε ενέχυρο ό,τι είχε και δεν είχε για να πάρει το δάνειο, αλλά το σπίτι του ούτε κατά διάνοια
Ετυμολογία
ενέχυρο < αρχαία ελληνική ἐνέχυρον < ἐν + ἐχυρός (ἐν ἐχύρῳ: με ασφάλεια) < ἔχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενέχυρο | ενέχυρα |
| Γενική | ενέχυρου / ενεχύρου | ενέχυρων / ενεχύρων |
| Αιτιατική | ενέχυρο | ενέχυρα |
| Κλητική | ενέχυρο | ενέχυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →