εναγής
•
- που φέρει το μίασμα ενός άγους, που έχει μολυνθεί λόγω της άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής του σε ανόσια αιματοχυσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναγής < αρχαία ελληνική ἐναγής < ἐν + ἄγος ("ὁ ἐν ἄγει ὤν")
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εναγής | εναγής | εναγές |
| Γενική | εναγούς | εναγούς | εναγούς |
| Αιτιατική | εναγή | εναγή | εναγές |
| Κλητική | εναγή / εναγής | εναγής | εναγές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εναγείς | εναγείς | εναγή |
| Γενική | εναγών | εναγών | εναγών |
| Αιτιατική | εναγείς | εναγείς | εναγή |
| Κλητική | εναγείς | εναγείς | εναγή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →